Σάββατο, 7 Ιουλίου 2018

Χωρίς να μας νοιάζει ...

Γεια σας ...
Ο Ιούλιος είναι εδώ με όμορφες στιγμές 
και η θάλασσα με περιμένει ...


Ένα διήγημα που είχα γράψει παλιότερα
θα σας παρουσιάσω σήμερα.
Τίτλος του Μια λάμψη.


Τον γνώρισα λίγα λεπτά πριν. Άγγελος το όνομα του και μπορώ να πω πως ο νονός του είχε δίκιο που τον βάφτισε έτσι.
Είχαμε κανονίσει ραντεβού μετά από τρεις μήνες που μιλάγαμε στο τηλέφωνο. Ένα λάθος του ΟΤΕ μου είχε στοιχίσει μια καρδιά ερωτευμένη. Ήθελα πολύ να τον γνωρίσω γι’ αυτό και  δεν έφερα αντίρρηση όταν μου το πρότεινε. Η φίλη μου η Ράνια όταν το έμαθε είχε τις αντιρρήσεις της.
©       Και αν δεν είναι αυτό που περιμένεις τι θα κάνεις; Θα σηκωθείς και θα φύγεις λέγοντας συγνώμη λάθος;  μου έλεγε συνέχεια και μου δημιουργούσε διάφορες σκέψεις.
Δεν ξέρω τι θα έκανα σε αυτή την περίπτωση αλλά ένιωθα βαθιά στην καρδιά μου πως δε θα συνέβαινε. Από τις συζητήσεις μας είχα καταλάβει πως είναι ευγενικός και του άρεσε να γράφει ποιήματα. Μόνος του έλεγε πως δεν είναι ποιητής απλά γεννήθηκε για να εκφράζει ότι είχε στην καρδιά του με στίχους.  Πολύ ρομαντικό όταν το άκουσα αλλά δε μου έκανε και τόση εντύπωση γιατί είχα διαβάσει πολλά ποιήματα του. Είχα καταλάβει τι η καρδιά του μου έλεγε χωρίς να μπορεί να το εκφράσει με λόγια.
Η συνάντηση είχε ορισθεί σε μια καφετέρια στην Γλυφάδα. Το μέρος ήταν δική μου σκέψη γιατί γεννημένη σε νησί δε μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να μην είμαι κοντά σε θάλασσα.  Μόνο κοντά της ήμουνα ευτυχισμένη και ένιωθα ελεύθερη. Ο Άγγελος δεν είχε αντίρρηση για το σημείο συνάντησης.
Λίγα λεπτά μετά τη δύση του ήλιου τον είδα για πρώτη φορά και είχα μείνει άλαλη. Ήθελα τόσα να του πω αλλά το μόνο που έκανα ήταν να κοιτάω τα μάτια του. Ένιωθα σα να τον ξέρω από πάντα αλλά δεν ήξερα γιατί. Κοιτώντας τα μάτια του είχαν μια λάμψη που ήμουνα σίγουρη πως την είχα ξαναδεί. Μου δημιουργούσαν μια ζεστασιά σα να ήμουνα ήδη στην αγκαλιά του και να μην ήθελα ποτέ ξανά να φύγω από εκεί.  Ένιωθα άνετα να με κοιτάει παρόλο που αισθανόμουνα σα να με γδύνει  με τα μάτια του.
Κοντά στην θάλασσα καθίσαμε και ένιωθα τόσο ευτυχισμένη που επιτέλους βρεθήκαμε.  Καθίσαμε σε μια καφετέρια κοντά στη θάλασσα ο ένας απέναντι από τον άλλον. Παραγγείλαμε από ένα ποτό και μέχρι να έρθει απλά κοιτάγαμε τη θάλασσα. Η μέρα σε λίγα λεπτά έδινε τη θέση της στην νύχτα. Ήταν για μένα η καλύτερη ώρα για να πούμε όσα είχαμε στο μυαλό  και τη καρδιά μας. Τα μάτια του μου λέγανε τόσα πολλά που ήθελα να τ ακούσω με λόγια.
Απλώς κοιταζόμασταν χωρίς να μπορούμε να πούμε κάτι. Εγώ  αισθανόμουνα πως είχα έναν κόμπο στο λαιμό και δεν έβγαινε κουβέντα. Με αυτό τον άνθρωπο είχαμε πει τόσα πολλά από το τηλέφωνο αλλά τώρα δεν μπορούσα τίποτα να πω. Λες και δε τον ήξερα και ήταν η πρώτη φορά που μιλούσαμε σήμερα.
Ο Άγγελος προσπάθησε ν΄ ανοίξει μια κουβέντα αλλά και αυτός ήταν έξω απ΄τα νερά του. Παρατηρούσαμε λοιπόν την θάλασσα  χωρίς να μιλάμε. Αυτή την ώρα ήταν τόσο γαλήνια και τίποτα δε θέλαμε να μας διακόψει. Καθώς το σκεφτόμουνα αυτό χτύπησε το τηλέφωνο. Αισθάνθηκα πως μου έκλεβε μια δική μου στιγμή με τον εαυτό μου. Το σήκωσα αμέσως αλλά κανένας δε μου μίλησε. Άκουγα μόνο τον εαυτό μου να λέει «εμπρός εμπρός» και αισθάνθηκα πως κανένας δεν υπήρχε στην άλλη γραμμή.
 Όταν το έκλεισα ο Άγγελος ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Δε με ρώτησε για το τηλεφώνημα μόνο με σήκωσε απ' την καρέκλα και με έβαλε να καθίσω απάνω του. Με πήρε στην αγκαλιά του και μου ψιθύρισε δύο λέξεις που ακόμα είναι χαραγμένες στο μυαλό μου, «Σ' αγαπώ». Ακούγοντας το ένιωσα τέλεια. Ήξερα πως ήταν το μόνο που ήθελα να ακούσω εκείνη την στιγμή.
Κλεισμένη μέσα στην αγκαλιά του δεν ήθελα τίποτα άλλο. Δε μιλάγαμε μόνο ταξιδεύαμε σε ένα καράβι μόνο εγώ και αυτός αγκαλιά και δίναμε φιλιά ο ένας στον άλλον. Φτάνοντας στο νησί μου ήθελα τόσο να τον γνωρίσω στον τόπο μου και αισθάνθηκα πως θα γινόταν και δικός του τόπος. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο και για τους δύο. Σαν έρωτας κεραυνοβόλος μας ήρθε χωρίς να μας νοιάζει ο χώρος ή ο χρόνος. Θέλαμε πολύ να είμαστε οι δύο μας χωρίς να μας νοιάζει όλος ο άλλος κόσμος.
Η ώρα όμως περνούσε και εμείς ήμασταν ακόμα εκεί αγκαλιασμένοι και ταξιδεύαμε σε τόπους μαγικούς. Αισθάνθηκα πως τον ήξερα τόσο πολύ καιρό σα να είχαμε μεγαλώσει μαζί και η μοίρα τώρα μας έδειξε τι μας επιφύλασσε.
 Όμως η καφετέρια σε λίγα λεπτά θα έκλεινε. Το μάθαμε όταν ήρθε ένας σερβιτόρος και μας το είπε. Ήρθαμε στη πραγματικότητα πληρώσαμε και φύγαμε αγκαλιασμένοι. Δεν είχαμε ακόμα συνειδητοποιήσει που μας πήγαινε η μοίρα αλλά χωρίς να το πει ο ένας στον άλλον σκεφτήκαμε ότι και να είναι να το ζήσουμε.


Ελπίζω να σας αρέσει.

Σας ευχαριστώ για τα όμορφα σχόλιά σας.

Φιλάκια ...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου